Αρχική Σελίδα  |  Επικοινωνία  |  Αναζήτηση
Ελληνικά  |  English  |  Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017
Λατινική Κοινότητα της Κύπρου
Αναζήτηση:
Εξειδικευμένη Αναζήτηση
Εκπρόσωπος
Ιστορία
Λατινικά Μνημεία
Προσφορά στην Κοινωνία
Νομικό Πλαίσιο
Εκκλησίες
Σχολεία
Γκαλερί
Νεολαία Λατίνικής Κοινότητας
Εκδόσεις
Νέα
Συνδέσεις
Επικοινωνία

Ιστορία της Λατινικής Κοινότητας της Κύπρου

του Συλβαίν Μπερώ



Οι Λατίνοι ήταν Καθολικοί από την Δύση με λαμπρή ιστορία οι οποίοι ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο. Το νησί παρέμεινε κάτω από διάφορους κυβερνήτες για πολύ καιρό (1191-1571). Αυτοί οι Καθολικοί κυβερνήτες εγκατέστησαν Λατίνους Αρχιεπίσκοπους που είχαν υπεροχή έναντι στους Έλληνες Ορθόδοξους επίσκοπους και έκτισαν πολλά μοναστήρια και εκκλησίες χωρίς να παραλείψουμε τους υπέροχους Γοτθικούς Καθεδρικούς ναούς στην Λευκωσία και την Αμμόχωστο, οι οποίοι μετά μετατράπηκαν σε μουσουλμανικά τεμένη.

 

Η αρχή της Λατινικής Εκκλησίας πάει πίσω στην εποχή του Βασιλιά Άμορυ. Το 1196, ο τότε Βασιλιάς της Κύπρου ζήτησε από τον Πάπα Σελεστίνο ΙΙΙ να καθιερώσει μια Καθολική Εκκλησία στην Κύπρο προκειμένου να διευκολυνθεί η μετατροπή του πληθυσμού που άνηκαν στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία.

 

Η Λατινική Εκκλησία είχε μια αρχιεπισκοπή στην Λευκωσία και τρεις επισκοπές στην Αμμόχωστο, Λεμεσό και Πάφο. Σ’ αυτές χορηγήθηκε γη που άνηκε στην Ελληνική Εκκλησία. Με τους Λατίνους κληρικούς, τα διάφορα μοναστικά τάγματα ήρθαν στο νησί.

 

Μετά την Σύνοδο του 1222 και την δημοσίευση της «Παπικής Βούλας» το 1260, η οποία καθιέρωσε την υπεροχή της Λατινικής Εκκλησίας έναντι της Ελληνικής Ορθόδοξης, η θέση των τελευταίων έγινε τραγική και το ηθικό των Ελλήνων παρέμεινε χαμηλό μέχρι το 1441 όταν ο Βασιλιάς Ιωάννης ΙΙ παντρεύτηκε στην Ελένη Παλαιολόγου, μια βυζαντινή πριγκίπισσα.

 

Η Οθωμανική κατοχή το 1571 οδήγησε στην επίσημη διάλυση της Λατινικής Εκκλησίας στο νησί. Εν τούτοις οι Ρωμαιοκαθολικοί κληρικοί συνέχισαν να διατηρούν την παρουσία τους στην Κύπρο, αν και ήταν εξαιρετικά χαμηλών τόνων. Ένα Φραγκισκανό μοναστήρι αφιερωμένο στον Άγιο Λάζαρο, ιδρύθηκε στην Λάρνακα το 1593 και αγοράζοντας πίσω την εκκλησία του Αγίου Λαζάρου από τους Τούρκους, οι Έλληνες Ορθόδοξοι επέτρεψαν στους Ρωμαιοκαθολικούς κληρικούς να εορτάζουν εκεί τη θεία λειτουργία στην γιορτή του Αγίου Λάζαρου και της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής. Αυτό το γεγονός, ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί κληρικοί τελούσαν λειτουργίες εκεί μέχρι το 1784, αποτελεί την απόδειξη της ύπαρξης κληρικών και λαϊκών στην Λάρνακα. Σύμφωνα με τον Νταντίνι, ένας Ιησουίτης ιερέας, η Λατινική Κοινότητα μέχρι το 1596 είχε μια μικρή εκκλησία στην Λευκωσία. Δύο χρόνια αργότερα, το 1598, ο Κούτγουϊτς αναφέρθηκε σε ένα Φραγκισκανό κοιμητήριο στην Λάρνακα, συνδεδεμένο με την εκκλησία του Αγίου Λαζάρου, στο οποίο, ήταν θαμμένοι Ευρωπαίοι ναυτικοί που απεβίωσαν στην πόλη σύμφωνα με την Ρωμαϊκή ιεροτελεστία. Οι Φραγκισκανοί είχαν αγοράσει αυτό το κοιμητήριο από τους Τούρκους μερικά χρόνια πριν.

 

Ο Κούτγουϊτς περιγράφει ακόμα τις Φραγκισκανικές εγκαταστάσεις στην Λάρνακα που ήταν μέρος του μοναστηριού του Αγίου Λάζαρου, δηλώνοντας ότι οι ιερείς έμεναν σε πολλά μικρά δωμάτια τα οποία κτίστηκαν με χρήματα που πρόσφεραν οι πιστοί.

 

Ο δέκατος έβδομος αιώνας ήταν μάρτυρας μιας σημαντικής ανάπτυξης, της αποκατάστασης των Λατίνων κοσμικών κληρικών στο νησί. Η καθιέρωση μιας Ρωμαιοκαθολικής επισκοπής στην Κύπρο αναλήφθηκε κατά την διάρκεια της αρχής του δέκατου έβδομου αιώνα όταν η Κοινότητα για την Διάδοση της Πίστης (Propaganda Fidei) μια ιεραποστολική οργάνωση που ιδρύθηκε το 1622 κάτω από τον Πάπα Γκρέκορυ ΧV. Αυτή η Κοινότητα κατάφερε να καθιερώσει μια Ρωμαιοκαθολική επισκοπή στην Πάφο το 1629 με αρμοδιότητα στις Λατινικές και Μαρωνίτικες Εκκλησίες.

 

Μια έκθεση για την εκκλησιαστική κατάσταση της Κύπρου συμφωνημένη από τον Φραγκισκανό Μπαττίστα ντα Τόντι το 1647, ανέφερε ότι μια Φραγκισκανική εκκλησία αφιερωμένη στον Τίμιο Σταυρό είχε ιδρυθεί στην Λευκωσία έξι με οχτώ χρόνια πριν και μαζί της ήταν ένα άσυλο με τέσσερις ιερείς. Είχαν επίσης ένα σχολείο με 13 μαθητές. Η έκθεση αναφέρεται σε μια εκκλησία του Αγίου Τζέϊμς συντηρημένη από Καπουτσίνους αδελφούς και σε ένα Φραγκισκανό άσυλο στην Λεμεσό. Ήρθαν και άλλοι Φραγκισκανοί αδελφοί και εγκατέστησαν σπίτια στην Πάφο και στην Λάρνακα αλλά δεν μπόρεσαν να συνεχίσουν την δουλειά τους λόγω της μείωσης των κοινοτήτων των εμπόρων που τους υποστήριζαν. Η Ρωμαιοκαθολική ιεραποστολική δραστηριότητα στην Κύπρο μειώθηκε αισθητά μετά από τον θάνατο του Μπαττίστα ντα Τόντι το 1666. Μετά τον θάνατο του επισκόπου Λεονάρντο Πάολι το 1684, δεν στάλθηκε κανείς να τον αντικαταστήσει εφόσον ο πληθυσμός των Λατίνων στην Κύπρο ήταν μόνο 250 άτομα.

 

Τον δέκατο όγδοο αιώνα, ο επισκέπτης Ποκόκε δήλωσε ότι οι Φραγκισκανοί διατηρούσαν μια μεγάλη εγκατάσταση στην Λάρνακα και ότι οι Καπουτσίνοι είχαν ακόμα ένα μοναστήρι εκεί.

 

Τον δέκατο ένατο αιώνα, οι Γαλλίδες αδελφές του Ρωμαιοκαθολικού Τάγματος του Αγίου Ιωσήφ ίδρυσαν ένα μικρό νοσοκομείο, ένα φαρμακείο και ένα σχολείο για κορίτσια (1844). Οι Καπουτσίνοι έφυγαν από την Κύπρο το 1792-1793 και οι εκκλησίες τους πωλήθηκαν. Μόνο οι Φραγκισκανοί αδελφοί έμειναν στο νησί.

 

Κοιτάζοντας τον Λατινικό λαϊκό πληθυσμό της Κύπρου μετά την κατάληψη της από τους Οθωμανούς το 1571, μπορεί κάποιος να εξακριβώσει ότι οι Λατίνοι που είχαν απομείνει στο νησί μετά την κατάκτηση, ήταν στην πλειοψηφία Ενετοί και διατηρούσαν ένα προξενείο στην Λάρνακα. Όμως μέχρι το τέλος του δέκατου έβδομου αιώνα οι Γάλλοι φαίνονταν να αντικαθιστούν τους Ενετούς. Ένας Γάλλος εξερευνητής, ο Ν.Τ. Χαρτρέλ, επισκέφθηκε το νησί το 1670 και ανέφερε ότι ένας Γάλλος πρόξενος διέμενε στην Λάρνακα και πρόσφερε υπηρεσίες σε πλοία που έρχονταν εκεί από την Μασσαλία και άλλα Γαλλικά λιμάνια. Ο Δανός Βαν Μπρούιν, ο οποίος επισκέφτηκε την Κύπρο το 1683, ανέφερε ότι όλοι οι Ευρωπαίοι έμποροι που κατοικούσαν στην Λάρνακα ήταν Γάλλοι. Έτσι, πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι δεν ήταν καθόλου τυχαίο που η πλειοψηφία των Λατίνων διέμενε στην Λάρνακα, γιατί τα προξενεία που ήταν εγκατεστημένα στο λιμάνι, πρόσφεραν εργασία και προστασία στους κοσμικούς και κληρικούς Λατίνους που κατοικούσαν στην Κύπρο.

 

Σε άλλες πόλεις της Κύπρου, λόγω της απουσίας των Ευρωπαϊκών προξενείων, ήταν πολύ πιο δύσκολο για τους Λατίνους να κατοικήσουν εκεί. Ο Δανός Χέϋμαν που επισκέφτηκε την Κύπρο στις αρχές του δέκατου όγδοου αιώνα, παρατήρησε ότι τόσο στους Λατίνους όσο και στους Έλληνες απαγορευόταν να μπουν στην Αμμόχωστο καβάλα σε άλογο, κάτι που αποθάρρυνε τους Λατίνους να εγκατασταθούν εκεί και συνέχιζαν να παραμένουν συγκεντρωμένοι στην Λάρνακα. Η Δημοκρατία της Ραγκούσα, που βρίσκεται στη Δαλματική Ακτή, διατηρούσε μια διπλωματική παρουσία κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, και το 1783 ο Ποκόκε ανέφερε την ύπαρξη του προξενείου της Ραγκούσα στην Λάρνακα. Ο Ιβάν Γκαρμολιέτσι, ένας πλούσιος έμπορος, διορίστηκε εκεί εφ’ όρου ζωής. Αυτό το προξενείο συνέχισε να παίζει ενεργητικό ρόλο στο εμπόριο του νησιού μέχρι το 1808, όταν ο Ναπολέοντας κατάργησε την Δημοκρατία της Ραγκούσα. Στο τέλος του δέκατο όγδοου αιώνα ένας καπετάνιος από την Ραγκούσα, ο Αντώνιο Ρορέττι, αγόρασε μια μεγάλη έκταση γης δυτικά της Κερύνειας και δημιούργησε το κτήμα του Φούντζι. Οι Ενετοί, που ήταν οι πρώτοι που ίδρυσαν προξενείο στην Οθωμανική Κύπρο, συνέχισαν να διατηρούν την παρουσία τους στο νησί μέχρι το τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα, όταν ο Ναπολέοντας κατέκτησε την Ιταλία και κατάργησε την Ενετική Δημοκρατία. Κι όμως πολλοί λένε ότι οι Ενετοί συνέχισαν να ζουν σε αυτή την πόλη.

 

Με το ξέσπασμα της Γαλλικής επανάστασης το 1789 και την άνοδο του Ναπολέοντα στην εξουσία, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι, που ήταν σε πόλεμο στην Ευρώπη και στην ανατολική Μεσόγειο, αυξήθηκαν στην Αίγυπτο, Παλαιστίνη και Κύπρο. Γάλλοι και Ιταλοί (δεύτερο κύμα) άρχισαν να εγκαθίστανται στο νησί προστατευμένοι από την συνθηκολόγηση που είχε υπογραφτεί πριν από πολύ καιρό ανάμεσα στην Γαλλία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία (1569). Όταν ο Βρετανός αξιωματικός Λάϊτ επισκέφτηκε την Λάρνακα το 1814, παρατήρησε την ύπαρξη Ισπανικών και Αυστριακών προξενείων. Ισπανοί Φραγκισκανοί αδελφοί άρχισαν να έρχονται κατά την διάρκεια του δέκατο ένατου αιώνα και η παρουσία τους σε σχέση με την εξαγωγή Κυπριακού σιταριού στην Ιβηρική χερσόνησο, ίσως εξηγεί την εγκατάσταση Ισπανικού προξενείου αυτή την περίοδο.

 

Ακολουθώντας την αποφασιστική ήττα του Ναπολέοντα στο Βατερλώ το 1815 και την προσάρτηση της Μάλτας στην Βρετανία, οι Μαλτέζοι άρχισαν να εγκαθίστανται στην Κύπρο σε μεγάλο βαθμό. Σύμφωνα με τον Μάλκολμ Λέϊνγκ Μέϊσον, που επισκέφτηκε την Κύπρο το 1853, ένας μικρός αριθμός Γάλλων και Ιταλών που έμεναν στην Κύπρο, έπαιρναν Κύπριες γυναίκες και απασχολούνταν με το εμπόριο και άλλα διάφορα επαγγέλματα. Τους περιγράφει ως εύπορους και με λεφτά στην τράπεζα, αλλά όχι πλούσιους, συμπληρώνοντας ότι ήταν εξαιρετικά προσεκτικοί με τα λεφτά τους. Οι περισσότεροι από αυτούς απέφευγαν την αναζήτηση της γεωργίας και απασχολούνταν με δανεισμό χρημάτων σε εκείνους που εκτρέφανε μεταξοσκώληκες για την Γαλλική αγορά, με ετήσιο τόκο 12.5%. Απ’ όλους τους Ιταλούς που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο εκείνη την περίοδο, ο πιο διακεκριμένος ήταν ο γαιοκτήμονας Ρικάρντο Ματτέϊ. Τον είχαν διορίσει οι Βρετανοί το 1879, ως ένα από τα τέσσερα μέλη του Νομοθετικού Συμβουλίου μαζί με ένα Έλληνα και δύο Τούρκους.

 

Η εγκατάσταση των Μαλτέζων στην Κύπρο ήταν ανεπιτυχής εξαιτίας των καταστροφών της μαλάριας, που σύντομα μείωσε τον αριθμό τους και πολλοί από αυτούς γύρισαν στην Μάλτα.

 

Κατά την περίοδο της Οθωμανικής κυβέρνησης, οι Ιταλοί ήταν αποκλεισμένοι από τις κυβερνητικές θέσεις λόγω της θρησκείας τους επειδή, σύμφωνα με τον Οθωμανικό νόμο, μόνο οι Μουσουλμάνοι μπορούσαν να μπουν στην δημόσια υπηρεσία. Αυτό άλλαξε όταν η Κύπρος μπήκε κάτω από Βρετανική διοίκηση. Σύμφωνα με στατιστικές του Νομοθετικού Συμβουλίου τον Δεκέμβριο του 1928, τρία χρόνια μετά που η Κύπρος ανακηρύχθηκε Βρετανική αποικία, υπήρχαν 56 Ρωμαιοκαθολικοί και Μαρωνίτες στην κυβερνητική υπηρεσία. Αποτελούσαν το 3% της δημόσιας υπηρεσίας και απορροφούσαν το 4.2% του μισθού της. Στο δημοψήφισμα του 1960 οι Λατίνοι της Κύπρου, όπως και οι Αρμένιοι και οι Μαρωνίτες, ψήφισαν με συντριπτική πλειοψηφία να ενωθούν με την Ελληνική Κοινότητα όταν η Κύπρος έγινε ανεξάρτητη υπό τους όρους του συντάγματος, αναγνωρίζοντας την ύπαρξη δύο κοινοτήτων στο νησί, μιας Ελληνικής και μιας Τουρκικής και τριών Θρησκευτικών Ομάδων (Λατίνοι, Μαρωνίτες και Αρμένιοι).

 

Ακολουθώντας την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960 η Λατινική κοινότητα μαζί με την Αρμένικη και Μαρωνίτικη, αναγνωρίστηκε επίσημα ως «Θρησκευτική Ομάδα» με το δικαίωμα να έχει ένα αντιπρόσωπο στην νεοϊδρυθείσα Κοινοτική Συνέλευση και αργότερα στην Βουλή των Αντιπροσώπων, όπως ονομάζεται η Κυπριακή Βουλή. Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτοί οι αντιπρόσωποι δεν αντιπροσωπεύουν τις κοινότητές τους πολιτικά, αλλά δρουν απλά ως σύνδεσμος μεταξύ της κυβέρνησης και της κοινότητας τους, προωθώντας τις απαιτήσεις της και μεριμνώντας για τις ανάγκες της, όπως επίσης δουλεύοντας με την κυβέρνηση για την διατήρηση των εθίμων της κοινότητας, των παραδόσεων και της θρησκείας. Εξαιτίας του συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι Λατίνοι και οι άλλες Θρησκευτικές Ομάδες έχουν το δικαίωμα να ψηφίζουν δύο φορές, μια για να εκλέξουν τους κοινοτικούς τους Αντιπροσώπους και μια για να εκλέξουν τα μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων που σχετίζονται με τα διάφορα πολιτικά κόμματα του νησιού όπως επίσης και προεδρικές εκλογές. Οι Λατίνοι της Κύπρου έχουν επίσης ένα θρησκευτικό ηγέτη, τον Γενικό Βικάριο των Λατίνων και ένα αντιπρόσωπο τον Nuncio που είναι μέλος του Φραγκισκανού Τάγματος, κάτοικος Λευκωσίας. Παρατηρείται επίσης ότι οι Λατίνοι όπως και οι άλλες Θρησκευτικές Ομάδες έχουν το δικό τους πρόγραμμα στο ραδιόφωνο.

 

Το 1991 υπήρχαν στο νησί γύρω στους 290 επίσημα εγγεγραμμένους Λατίνους που ήταν κάτοικοι Κύπρου, αλλά μετά από την επαφή του Αντιπροσώπου των Λατίνων με πολλούς άλλους Λατίνους ο επίσημος εγγεγραμμένος αριθμός ανέβηκε στους 700 Λατίνους. Επιπλέον, μετά την ολοκλήρωση μιας επισκόπησης που έγινε με την βοήθεια των Ρωμαιοκαθολικών κληρικών του νησιού, φαίνεται ότι υπάρχουν 1.700-2.000 Ρωμαιοκαθολικοί κάτοικοι Κύπρου και ένας ολικός αριθμός Ρωμαιοκαθολικού πληθυσμού 7.000 που κατοικεί στο νησί συμπεριλαμβανομένων ξένων μόνιμων κατοίκων. Αν οι ξένοι εργάτες, που τυγχάνουν να είναι Ρωμαιοκαθολικοί, προστεθούν στον πιο πάνω αριθμό, τότε πάνω από 13.000 Ρωμαιοκαθολικοί βρίσκονται στην Κύπρο.

 

Η Λατινική Κοινότητα Κύπρου επωφελείται από το κράτος για τα διάφορα σχολεία και εκκλησίες τα τελευταία δέκα χρόνια, συμπεριλαμβανομένης δωρεάν ιατρικής περίθαλψης για τους Ρωμαιοκαθολικούς κληρικούς ασχέτως εθνικότητας, την μισθοδότηση έξι Ρωμαιοκαθολικών ιερέων κάτοικους Λευκωσίας, Λάρνακας, Λεμεσού και Πάφου, μια ετήσια χορηγία του ποσού των £25.000 για τις ανάγκες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας της Κύπρου, πλήρης επιχορήγηση εκπαίδευσης στα παιδιά Λατίνων που φοιτούν σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια σχολεία και μερική χορηγία στα παιδιά Λατίνων που φοιτούν σε ιδιωτικά και δευτεροβάθμια σχολεία. Οι εκκλησίες που εξυπηρετούν την Λατινική Κοινότητα της Κύπρου είναι αυτή του Τιμίου Σταυρού κοντά στην Πύλη Πάφου στην Λευκωσία, που ξαναϊδρύθηκε το 1900 με χορηγία από την Βασίλισσα Μαρία Χριστίνα γυναίκα του Βασιλεία Αλφόνσου ΧΙΙ της Ισπανίας, αυτή της Αγίας Αικατερίνης στην Λεμεσό που ιδρύθηκε από Φραγκισκανούς το 1872, αυτή της Αγίας Μαρίας των Χαρίτων που ξαναϊδρύθηκε στην Λάρνακα από Φραγκισκανούς το 1843 και ένα παρεκκλήσι στην Κερύνεια της Αγίας Ελισάβετ που κτίστηκε το 1907 και εγκαινιάστηκε το 1932. Μια επιπρόσθετη εκκλησία έχει πρόσφατα παραχωρηθεί για χρήση (όχι ιδιόκτητη) από την Ελληνική ορθόδοξη επισκοπή στην Πάφο και μια στην Πόλη Χρυσοχού. Υπάρχουν επίσης Λατινικά κοιμητήρια στην Λευκωσία (νεκρή ζώνη) όπου μια φορά τον χρόνο (2 Νοεμβρίου) οι Λατίνοι δικαιούνται να επισκέπτονται τους νεκρούς κάτω από την προστασία των Ηνωμένων Εθνών. Ένα νέο κοιμητήριο έχει δωριστεί από την κυβέρνηση στα προάστια της Λευκωσίας. Κοιμητήρια υπάρχουν επίσης και στην Λάρνακα και Πάφο. Οι Φραγκισκανοί αδελφοί έχουν επίσης παρεκκλήσια στο Κολλέγιο Τέρρα Σάντα (Λευκωσία), στο Ξερό (στην ζώνη υπό Τουρκική κατοχή, που είναι τώρα κλειστό) και στην Αμμόχωστο (στην ζώνη υπό Τουρκική κατοχή, που είναι τώρα κλειστό). Οι αδελφές του Άγιου Ιωσήφ έχουν ένα παρεκκλήσι στο μοναστήρι τους στην Λάρνακα. Τα σχολεία που εξυπηρετούν τους Λατίνους της Κύπρου αλλά δέχονται και μαθητές άλλων θρησκειών είναι της Τέρρα Σάντα στην Λευκωσία που ιδρύθηκε και διατηρείται από Φραγκισκανούς και το σχολείο Αγίας Μαρίας στην Λεμεσό, ιδρυμένο αρχικά σαν σχολείο θηλέων από Φραγκισκανές αδελφές της Ιερής Καρδιάς. Και τα δύο πιο πάνω σχολεία παρέχουν προδημοτική, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Το σχολείο Αγία Μαρία έχει γίνει πρόσφατα μικτό. Στις πιο πάνω εγκαταστάσεις μπορεί να προστεθεί ένα νηπιαγωγείο στο Καλό Χωριό στην περιοχή Πάφου. Έχουν ιδρυθεί δύο κοινοτικά κέντρα: αυτό του Αγίου Ιωσήφ στην Λευκωσία και του Αγίου Φραγκίσκου στην Λεμεσό. Πρόσφατα 5 Γαλλίδες αδελφές από την Congrégation de l’ Assomption del la Vierge Marie ed de St. Bruno, ήλθαν να βοηθήσουν άρρωστους ανθρώπους στο καινούριο νοσοκομείο του Αγίου Μιχαήλ στο Μέσα Χωρίο (υπό κατασκευή). Υπάρχει επίσης και ένας οίκος ευγηρίας ο οποίος ανήκει σε Φραγκισκανούς αδελφούς τους οποίους βοηθούν οι Φραγκισκανές αδελφές της Ιερής Καρδιάς στην Λάρνακα.

 

Ο αντιπρόσωπος της Λατινικής κοινότητας στην Βουλή είναι τώρα ο κύριος Μπενίτο Μαντοβάνη. Οι δύο προηγούμενοι αντιπρόσωποι ήταν ο κύριος Άντονι Πιετρόνι και ο κύριος Φέλιξ Τσιρίλλι ντε Νόρες.

 

Κλείνοντας είναι δυνατό να σημειωθεί ότι οι Λατίνοι της Κύπρου αποτελούν μια συμπαγή αλλά και σταθερά αναπτυσσόμενη κοινότητα λόγω της μικτής εθνικότητας, η οποία διευκολύνει τους ανθρώπους διαφόρων εθνικοτήτων να μπουν στην κοινότητα με προνόμιο το ότι ανήκουν στην Ρωμαιοκαθολική θρησκεία. Πρόσφατα, γάμοι μεταξύ Κύπριων και Ρωμαιοκαθολικών από την ανατολική Ευρώπη (όπως Πολωνοί και Τσέχοι) ή ακόμα και Φιλιππινέζων από την Άπω Ανατολή, έχουν προστεθεί στην κοινότητα και οι Λατίνοι δείχνουν έτοιμοι να γίνουν περισσότεροι στο νησί.

 

Μπορεί να λεχθεί ότι η ποικιλία στην εθνικότητα των Λατίνων και το γεγονός της παρουσίας τους στο νησί οφείλεται στην επιτυχή εγκατάσταση στην Κύπρο των Ενετών, Γάλλων, Ιταλών, Μαλτέζων, Ραγκουσανών και πιο πρόσφατα ανθρώπων από την ανατολική Ευρώπη, Άπω Ανατολή και Νότιο Αμερική, έκαναν τους Λατίνους μια κοινότητα βασισμένη στην μετανάστευση χωρίς την οποία, θα απορροφούνταν ή θα είχαν απορροφηθεί στο παρελθόν από το μεγαλύτερο σε αριθμό Ελληνικό στοιχείο.

 

 

 

Βιβλιογραφία


 

Μπερώ Συλβαίν:

  • "La Culture française dans l’ espace chypriote (1192-1971)", Λευκωσία, Publ. Service Culturel du Ministère de l’ Education de Chypre, 1990.

  • "Λατίνοι, μια μικρή κοινότητα της Κύπρου", Λευκωσία, Λαϊκό Πανεπιστήμιο

  • "Studia Orientalia Christiana, Collectanea, Présence des Franciscains de Terre Sainte à Chypre", Franciscans Printing Press, Cairo - Jerusalem 1981

Κουρέας Νικόλας:

"Cyprus today", the Latins of Cyprus Spt. December 2002

 

Μαντοβάνη Μπενίτο:

"Η Λατινική κοινότητα της Κύπρου", αδημοσίευτο

 

Νακουζές Πέτρος Γ:

"To ιστορικό τσιφλίκι Φουντζί και ιδρυτές του", Λευκωσία 1991

 

Τσιρπάνλης Ζαχαρίας:

"Αδημοσίευτα έγγραφα εκ των αρχείων του Βατικανού (1625-1667)", Λευκωσία 1973, Κυπριακό Ινστιτούτο Ερευνών

 

Cobham Claude D:

"Excerpta Cypria, Materials for a history of Cyprus", Cambridge University Press, 1908

 

Frazee Charles:

"Catholic and Sultans: The church and the Ottoman Empire, 1453-1923", Cambridge University Press, 1983

 

Gunnis Rupert:

"Historic Cyprus", Λευκωσία 1936

 

Hill George:

"A history of Cyprus", 4 vols. IV, Cambridge University Press, 1940-1952

Digital Heritage Research Lab Europeana

«Behind us is the memory of our fathers,
in front of us are the eyes of our children!»

Facebook Public Group Public Group Πάνω  |  Πίσω  |  Εκτύπωση  |  Αναζήτηση  |  Επικοινωνία  |  Αρχική Σελίδα